ἀπατᾶν

ἀπατᾶν
ἀπάτη
trick
fem gen pl (doric aeolic)
ἀπατάω
cheat
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
ἀπατάω
cheat
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
ἀπατάω
cheat
pres part act masc nom sg (doric aeolic)
ἀπατᾶ̱ν , ἀπατάω
cheat
pres inf act (epic doric)
ἀπατάω
cheat
pres inf act (attic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ἀπατᾷν — ἀπατάω cheat pres inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπάταν — ἀπάτᾱν , ἀπάτη trick fem acc sg (doric aeolic) ἀ̱πάτᾱν , ἀπατάω cheat imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱πάτᾱν , ἀπατάω cheat imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀπάτᾱν , ἀπατάω cheat imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀπάτᾱν , ἀπατάω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • льстить — льщу, укр. лестити, блр. лесцiць, ст. слав. льстити πλανᾶν, ἀπατᾶν (Супр.), болг. лестя. От лесть (см.) …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Apatit — Québec / Kanada Chemische Formel Ca5[(F,Cl,OH)|(PO4)3] Mineralklasse Phosphate, Arsenate, Vanadate 8.BN.05 (8. Auflage: VII/B.39) (nach St …   Deutsch Wikipedia

  • прельстити — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  (ἀπατᾶν) обманывать, обольщать (Быт. 3, 13) …   Словарь церковнославянского языка

  • CHRESTOLOGUS — Pertinax Imperator per convitium dictus est, apud Capitolin. c. 13. Omnes, qui libere fabulas conferebant, male Pertinaci loquebantur. Chrestologum cum appellantes, qui bene loqueretur et male saceret. Palatinus Codes Christologum habet, more… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ετοιμολογία — η (ΑΜ ἑτοιμολογία) [ετοιμόλογος] η ετοιμότητα στον λόγο, το να απαντά κάποιος με άνεση και ευχέρεια, τό να δίνει εύκολα απαντήσεις («πολλοὺς δυνάμενος ἀπατᾱν τῇ τοῡ λόγου... ἑτοιμολογίᾳ», Επιφάν.) νεοελλ. 1. η προχειρολογία 2. η πνευματική… …   Dictionary of Greek

  • λιμφεύειν — (Α) [λιμφός] (κατά τον Ησύχ.) «ἀπατᾱν» …   Dictionary of Greek

  • μεταγινώσκω — (ΑM μεταγιγνώσκω και μεταγινώσκω) αλλάζω γνώμη, μετανοώ, μεταμελούμαι («μεταγνοὺς ἄν ὀρθῶς βουλεύσαιτο», Αντιφ.) αρχ. 1. γνωρίζω, καταλαβαίνω κάτι πολύ αργά («Ἄτας δ ἀπάταν μεταγνούς», Αισχύλ.) 2. μεταβάλλω, τροποποιώ προηγούμενη απόφαση («μὴ… …   Dictionary of Greek

  • πάντως — ΝΜΑ επίρρ. με όλους τους τρόπους, εξάπαντος, σε κάθε περίπτωση, αναμφιβόλως, οπωσδήποτε (α. «εγώ πάντως πρέπει να πάω» β. «δεῑ με πάντως τὴν ἑορτήν... ποιῆσαι εἰς Ἱεροσόλυμα», ΚΔ) νεοελλ. ωστόσο («μπορεί να μού μίλησες σκληρά, εγώ πάντως σέ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”